Logo
Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Ψωμί με Μερέντα

Ψωμί με Μερέντα

(Ένα κείμενο γραμμένο από τη φαντασία. Γεύσεις γνώριμες ή φανταστικές; Αγάπη πραγματική ή από τις αγάπες αυτές που κανείς ονειρεύεται, αλλά σπάνια ζει; Δε θα σας πω...η καρδιά, οι αναμνήσεις και...το ένστικτο της κάθε μιας σας, είμαι σίγουρη, θα σας δώσουν την απάντηση.

...μα κι αν δε σας τη δώσουν, τι σημασία έχει; Σημασία έχει να μπορούμε να κάνουμε καραβάκι τις λέξεις και μέσα τους να ταξιδεύουμε ακριβώς εκεί που η κάθε μια από εμάς έχει ανάγκη, εκεί που η κάθε μια από εμάς θέλει να πάει...

Σε μια αγάπη που ήταν κάποτε... σε μια αγάπη που είναι τώρα, σε μια αγάπη ...που ίσως δε φανερωθεί ποτέ...)

«Εχτές το βράδυ, ήταν αδύνατον να κοιμηθώ.. Από τις 2 που έπεσα να κοιμηθώ, δεν το κατάφερα ούτε για ένα λεπτό. Το μυαλό μου σε εγρήγορση. Βοή εκατομμυρίων μελισσών να βουίζουν εκκωφαντικά ερωτήσεις στις οποίες απάντηση δεν ήθελα (;) να δώσω. Το κορμί μου, σύρμα τεντωμένο, ικανό να στηρίξει τον πιο παράτολμο σχοινοβάτη...

Κοιτάζω δίπλα μου, πιάνω το κορμί σου, αλλά εσύ δεν είσαι εκεί... απλώνω το χέρι μου, νοιώθω τη ζέστη που υπάρχει ακόμα στο στρώμα... αλλά έχεις φύγει προ πολλού... Αλήθεια, πότε ακριβώς έφυγες; Πότε ήταν η τελευταία φορά που ξυπνήσαμε μαζί, στο ξεκίνημα μιας νέας μέρας; Πότε ήταν η τελευταία φορά που είπαμε καληνύχτα;..

Το ρολόι δείχνει 05:15 το πρωί..δεν έχει νόημα να στριφογυρνάω. Σηκώνομαι... η ησυχία που επικρατεί στο σπίτι είναι εκκωφαντική! Γνώριμη αίσθηση, τα τελευταία 14 χρόνια (ή μήπως ήταν πάντα έτσι;). Νοιώθω τόσο εκνευρισμένη! Θέλω...θέλω...ούτε ξέρω τι θέλω....

Θέλω να μην πονάω! Θέλω αυτό που ονειρεύτηκα τότε! Θέλω να ηρεμήσει η ψυχή μου, διάολε!

Ανοίγω το ψυγείο. Μόνη σίγουρη, σταθερή παρηγοριά, όποιες κι αν είναι οι συνθήκες!! Προφανώς το υποσυνείδητο έχει κάνει καλά τη δουλειά του, γιατί το πρώτο πράγμα που βλέπω, είναι ένα μεγάλο βάζο Μερέντα! Με τη Μερέντα κι ένα κουτάλι, κατευθύνομαι στη βεράντα. Η θέα του απέραντου γαλάζιου, είναι πάντα εκεί για μένα. Έτοιμη να με υποδεχτεί, έτοιμη να με αγκαλιάσει ή να με κατασπαράξει...

Με τις γάμπες κολλημένες στο πίσω των μηρών μου, βυθίζομαι στην καρέκλα και αφήνομαι... αφήνομαι σε ότι είναι δίπλα μου, γύρω μου, μέσα μου... αφήνομαι σε ότι υπήρξε κάποτε, σε ότι δε θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει και σε όσα ίσως ετοιμάζονται να είναι ξανά...

Η θάλασσα αγριεύει...το ήρεμο γαλάζιο της γίνεται τώρα βαθύ μπλε και άσπρα «σύννεφα» χορεύουν άτακτα επάνω της. Ο αέρας φυσά πιο δυνατά κάνοντας με να ριγήσω... ίσως πρέπει να πάω μέσα...αλλά δε μπορώ...το σώμα μου βαρύ σαν τσιμέντο ,αρνείται να υπακούσει σε οποιαδήποτε εντολή κίνησης του δίνει ο εγκέφαλός μου.

Η καρδιά μου τρέχει με χίλιους χτύπους το λεπτό! Νομίζω ότι θα πεθάνω, ετοιμάζομαι να φωνάξω, μα η φωνή μου ούτε που ακούγεται. Μα τι μου συμβαίνει;

«Εϊ, ηρέμησε! Σε κρατάω! Μη φοβάσαι»...

Δε μπορεί! Πως βρέθηκες εσύ εδώ; Πως;...Πότε;...Μα...

«Ηρέμησε και μη φοβάσαι. Τώρα είμαι εδώ. Θα σου κρατάω το χέρι για όσο θέλεις , όποτε θέλεις. Δε θα σε αφήσω ξανά...»

Κάθεσαι στην απέναντί πλευρά του τραπεζιού, το χέρι σου είναι απλωμένο πάνω στο τραπέζι και μέσα του έχεις κλείσει σφιχτά το δικό μου. Κοιτάζεις ίσια μπροστά του. Αφήνεσαι κι εκείνος στο απύθμενο της θάλασσας. Σε κοιτάζω και δε μπορώ να πάρω τα μάτια μου από πάνω σου!

Πόσα χρόνια έχω να σε δω, Θεέ μου! Πόσα χρόνια!

Τα μαλλιά σου έχουν αρχίσει και γκριζάρουν. Ακόμα και στο μούσι σου μπορείς να διακρίνεις άσπρες τρίχες. Έχεις μεγαλώσει και σου πάει τόσο πολύ! Σφίγγω το χέρι μου στο δικό σου κι εσύ ανταποκρίνεσαι. Το σώμα μου λύνεται, η καρδιά μου ηρεμεί, οι σκέψεις σβήνουν..

Γυρίζω το βλέμμα μου μπροστά και αρχίζω να θυμάμαι... Ήταν μια ολόκληρη ζωή πριν. Πόσα, αλήθεια, χρόνια; Δεν ξέρω. Ειλικρινά δε μπορώ να υπολογίσω! Όσο και αν προσπαθώ δε μπορώ να θυμηθώ πότε τον είδα για πρώτη φορά. Ήταν, ΕΙΝΑΙ, σα να ήταν πάντα εκεί. Εκείνος κι εγώ. Να μοιραζόμαστε μυστικά. Να γελάμε, να μαλώνουμε, να μονιάζουμε. Να παθιαζόμαστε. Να θυμώνουμε. Να μεθάμε. Να κάνουμε έρωτα. Να μοιραζόμαστε ένα υπέροχο ηλιοβασίλεμα. Να μου φέρνει πρωινό στο κρεβάτι, καφέ και... ψωμί με μερέντα!

Που ήσουν τόσα χρόνια; Γιατί έφυγες; Τι έγινε; Πως σκιστήκαμε έτσι; Και τώρα, πως γύρισες; Γιατί γύρισες; Γιατί με άφησες; Γιατί με αναζητάς; Οι σκέψεις που τρυπάνε το μυαλό.

Παντρευτήκαμε, αλλά ζήσαμε χώρια τους γάμους μας. Κάναμε οικογένεια, αλλά όχι μαζί.

Φοβόμουν τόσο και ξαφνικά νοιώθω πάλι ασφάλεια. Αυτή, την ασφάλεια που κάνει την καρδιά, να χαμηλώνει τους ρυθμούς της και να χτυπά όπως η καρδιά ενός νεογέννητου.

Μπορώ να σου πω τα πάντα. Θέλω να σου τα πω. Διαβάζω στα μάτια σου, ακούω στις λέξεις που αρθρώνεις ότι κι εσύ θέλεις να μάθεις τα πάντα... και να μου πεις με τη σειρά σου, τα δικά σου «πάντα».

Σφίγγω το χέρι σου ακόμα πιο σφιχτά και νοιώθω δάκρυα να αυλακώνουν τα μάγουλά μου. Πόσα χρόνια χωρίς εσένα, ερμήνευα ρόλους που δε μπορούσα να υποστηρίξω. Πόσες νύχτες, σε έψαχνα...

Δε σταμάτησα ποτέ να σε αγαπάω. Δεν έπαψες στιγμή, να υπάρχεις για μένα. Δε σε άφησα ποτέ να φύγεις από δίπλα μου. Δε χωρίσαμε ποτέ... όμως όλα αυτά ήταν μόνο στα όνειρά μου. Θεέ μου! Μαζί σου έχω ζήσει μια ολόκληρη ζωή στα όνειρά μου! Ήξερα πότε παντρεύτηκες, μα δε σε είδα ποτέ ευτυχισμένο... Ήξερα πότε χώρισες... και σε ένοιωσα να πονάς, τόσο που ο πόνος του δικού σου κορμιού, κάρφωνε εμένα...

Και μετά πάλι η απόλυτη σιγή... μέχρι το επόμενο όνειρο... μέχρι την επόμενη νύχτα που η νεράιδες των ονείρων, αποφάσιζαν να σε φέρουν σε μένα...
Και τώρα, είσαι εδώ... σε κρατάω, νοιώθω τη ζέστη του χεριού σου, ζεσταίνεται η ψυχή μου από τη γλύκα των ματιών σου, ξεχειλίζει η ύπαρξή μου, από τη δική σου ύπαρξη..

Σκουπίζω τα δάκρυά μου και γυρνάω να σε κοιτάξω. Έχεις καρφώσει το βλέμμα σου στη θάλασσα (πάντα σε ηρεμούσε η θάλασσα)και καταλαβαίνω ότι χαμογελάς. Το χέρι μου, πάντα, μέσα στο δικό σου. Η καρδιά μου, απόλυτα συντονισμένη στους χτύπους της δικής σου καρδιάς..

«Γιατί είσαι εδώ" ; σε ρωτάω

Δε μου απαντάς... γυρνάς με κοιτάς και απλά χαμογελάς.

Αφήνομαι να βυθιστώ για λίγο, στα μάτια σου αυτή τη φορά και το σώμα μου αρχίζει να παραδίνεται. Τα μάτια μου κλείνουν και νοιώθω ότι πέφτω σε βαθύ λήθαργο... το χέρι μου πάντα μέσα στο δικό σου.

Οι γάμπες μου καίνε και τα γόνατά μου πονάνε φριχτά. Ανοίγω τα μάτια μου... έχει μεσημεριάσει πια. Κοιτάζω δίπλα μου με λαχτάρα αλλά... δεν είναι κανείς εκεί...

Ώστε όνειρο ήταν κι αυτό;

Σηκώνομαι από την καρέκλα και τεντώνομαι. Μια ακόμα μέρα ξεκινά κι εσύ... δεν είσαι εδώ. 14 χρόνια έχουν περάσει.

Πηγαίνω προς τα κάγκελα του μπαλκονιού και στηρίζομαι με τις παλάμες επάνω τους. Κοιτάζω όσο πιο μακριά μπορώ... σκέφτομαι πόσο μου λείπεις. Αν είσαι καλά. Αν είσαι ευτυχισμένος. Σκέφτομαι πόσο μου λείπεις..

Τις σκέψεις μου διακόπτει το σύρσιμο της μπαλκονόπορτας. Τρομάζω τόσο που μπήγω μια μικρή κραυγή.

«Εϊ Μπούπα τι έγινε; Πάλι ονειροβατείς;»

Κολλημένη στα κάγκελα, με την καρδιά μου έτοιμη να πεταχτεί από το στήθος μου, μένω απλά να σε κοιτάζω... τα πόδια μου τρέμουν.

«Μα πως...»

Δε μου απαντάς. Μόνο χαμογελάς. Όπως ονειρεύτηκα (ή μήπως δεν ήταν όνειρο) εχτές το βράδυ.

Με πλησιάζεις με μια κούπα καφέ στο ένα χέρι και μια φέτα ψωμί με Μερέντα στο άλλο. Μου δίνεις την κούπα και με αφήνεις να δαγκώσω το ψωμί..

Όπως με πλησιάζεις σε μυρίζω πάλι και νοιώθω την ψυχή μου να γεμίζει με αισθήματα και σκέψεις τόσο γνώριμα, τόσο οικεία, τόσο αγαπημένα.

Δε με νοιάζει αν ονειρεύομαι ή όχι. Δεν έχει σημασία.

Για μένα ήσουν, είσαι και θα είσαι ότι πιο αληθινό.

Γυρνάω την πλάτη μου σε σένα και την κολλάω στο στήθος σου. Με αγκαλιάζεις με το ένα χέρι και με το άλλο με ταΐζεις το αγαπημένο μου, ψωμί με μερέντα..

Ίσως, τελικά, το παρελθόν τελειώνει εδώ. Ίσως βρισκόμαστε πια στον ίδιο χωροχρόνο και ξεκινάμε πάλι μαζί.

Ή ίσως... απλά να σε ονειρεύομαι ξανά...

Bupa

Είμαι η... Μπούπα! Χαϊδευτικό για πολλές φίλες φορουμίτισες και παρατσούκλι αγαπημένο, από κάποια παλιά εποχή, τότε που ο έρωτας κυβερνούσε τα πάντα!
Περισσότερα

Copyright © 2013 IVFforums.gr All Rights Reserved       Developed by Simplemind