Menu

Ο μαγικός κόσμος της βιτρίνας

Ο μαγικός κόσμος της βιτρίνας

Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε που ήμουν παιδί και που με λαχτάρα περίμενα το δώρο μου από τον Άγιο Βασίλη. Τότε δεν υπήρχαν οι γνωστές σε όλους μας μεγάλες αλυσίδες καταστημάτων παιχνιδιών.

Στην πόλη που γεννήθηκα και μεγάλωσα, στα Τρίκαλα Θεσσαλίας, υπήρχαν μόνο 2-3 καταστήματα που πουλούσαν παιχνίδια. Τότε τα βιβλιοπωλεία είχαν αυτό το ρόλο, εκεί μπορούσες να βρεις ό,τι ήθελε η ψυχή σου από παιχνίδια.

Ήμουν ικανή, εάν είχα αυτή τη δυνατότητα, να κάθομαι με τις ώρες στις βιτρίνες αυτές και να "ζω" το δικό μου παραμύθι με τα παιχνίδια της βιτρίνας. Αν και ήξερα πολύ καλά ότι πολύ δύσκολα ένα από εκείνα τα παιχνίδια θα γινόταν δικό μου, ήταν βλέπετε πολύ ακριβά για το εισόδημα των γονιών μου. Αυτό όμως δεν με πτοούσε.
Κάθε φορά που είχα την ευκαιρία να βρίσκομαι σε μια τέτοια βιτρίνα, "ήμουν" η βασίλισσα του χιονιού με ένα ολόλευκο φόρεμα με χρυσές λεπτομέρειες και διαμάντια κεντημένα πάνω του. "Εξουσίαζα" τον κόσμο των παιχνιδιών και φρόντιζα να είναι όμορφα και λαμπερά ώσπου να φτάσουν στα χέρια των παιδιών.

Άλλοτε ήμουν η καλή νεράιδα που πετούσε από σπίτι σε σπίτι και σκόρπιζε νεραιδόσκονη, χρυσή, ασημένια, διαμαντένια, διάφανη, μωβ, ροζ κτλ στα σπίτια των ανθρώπων για καλή τύχη. Σκέτη μαγεία η "σύντομη ζωή" μου στο τζάμι της εκάστοτε βιτρίνας.

Και το τοπίο στην πόλη μου ιδανικό για την παιδική μου φαντασία. Ο χειμώνας στην πόλη μου ήταν πάντα βαρύς, κρύο, χιόνι και βροχή. Το τοπίο ταίριαζε απόλυτα στις εικόνες των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς που βλέπουμε πάντα σε τέτοιου είδους φωτογραφίες.

Δεν έχανα την ευκαιρία να βγω έξω από το σπίτι, γιατί ήξερα πως μια τέτοια μαγική βιτρίνα θα βρισκόταν μπροστά μου και παρακαλούσα από μέσα μου να έχει χρόνο η μαμά μου να καθίσουμε μπροστά σε μία τουλάχιστον αν όχι σε όλες.

Και ευτυχώς δεν έλειπαν οι ευκαιρίες. Πότε πηγαίναμε να αγοράσουμε νήματα για πλέξιμο, κλώστες για κέντημα (χρυσοχέρα η μαμά), τα παπούτσια στον τσαγκάρη για να αλλάξει τακούνια, στο καθαριστήριο να πάρουμε ή να αφήσουμε ρούχα, στο ταχυδρομείο, ψώνια στο σουπερμάρκετ κτλ.

Και πάντα η καλή μου η μαμά με ρωτούσε "Μαράκι θα έρθεις;" Ένας Θεός ξέρει πόσο μα πόσο περίμενα αυτή την ερώτηση. Και πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση είχα κιόλας φορέσει το κοτλέ παντελονάκι μου, τις μπότες μου, το πλεχτό πουλόβερ από τα χέρια της μαμάς μου, το μοναδικό αλλά πολύ αγαπημένο μου πράσινο μάλλινο παλτό μου, τα γαντάκια μου, το κασκόλ (εε.. ναι όλα πλεγμένα από τη μαμά μου) και ήμουν στην πόρτα του διαμερίσματός μας με τα μάτια μου να πετάνε σπίθες.

Το σίγουρο είναι ότι η μαμά μου θα τελείωνε πιο γρήγορα τις εξωτερικές δουλειές αν ήταν μόνη. Υπήρχε η δυνατότητα να με αφήσει με τον μπαμπά. Εκείνη όμως πάντα με ήθελε μαζί της, σα να το ήξερε, σα να το είχε καταλάβει πόσο μα πόσο το ήθελα.

Η μαγεία των Χριστουγέννων υπήρχε πάντα στην πόλη μου. Ο Ληθαίος ποταμός που τη χωρίζει στα δύο, οι όχθες του που ήταν στολισμένες με χιλιάδες λαμπιόνια που με τη βοήθεια του νερού της βροχής και του χιονιού πετούσαν σπίθες σαν διαμάντια. Και αυτό ήταν η μαγεία στο παιδικό μου μυαλό που έκανε την φαντασία μου να καλπάζει.

Έτσι λοιπόν σε αυτό το "κλίμα" πάντα με τη μαμά μου σε όλες τις εξόδους μας "τύχαινε" να περνάμε από τις αγαπημένες μου βιτρίνες.

Τη μια φορά ήθελε να δει εάν είναι έτοιμη η κορνίζα σε ένα κέντημα, οπότε θα πηγαίναμε από τον παρακάτω μακρινό δρόμο(ενώ υπήρχε πιο σύντομος δρόμος αλλά χωρίς βιτρίνα) που όλως τυχαίως εκεί παραδίπλα ήταν ένα παιχνιδάδικο με τεράστια βιτρίνα.

Την επόμενη φορά ήθελε να δει εάν είχε έρθει ένα ύφασμα που είχε παραγγείλει. Εάν ήταν έτοιμα τα διακοσμητικά μαξιλάρια που είχε αφήσει για γέμισμα σε ένα μαγαζί που ήταν απέναντι ένα άλλο παιχνιδάδικο.

Μια άλλη φορά ήθελε να ρωτήσει εάν ήταν έτοιμη η αλυσίδα της που είχε πάει για φτιάξιμο σε ένα ωρολογοποιείο που πάντα "τυχαία" ήταν δίπλα του το τρίτο παιχνιδάδικο με την πιο μικρή βιτρίνα αλλά πιο πλουμιστή από όλες τις άλλες.

Τι τύχη σκεφτόμουν τότε με το παιδικό μου μυαλό! Λες και όλα αυτά δεν θα μπορούσε να τα κάνει με ένα απλό τηλεφώνημα. Εκείνη όμως προτιμούσε να πηγαίνει η ίδια παρέα με τη μικρή της, μονάκριβη κόρη....Αχχ βρε μαμά....
Και η τύχη μου δεν σταματούσε εκεί. Μπροστά σε κάθε βιτρίνα παιχνιδιών η μαμά μου "θυμόταν" και κάτι.

Τη μια φορά μου έλεγε "Μαράκι περίμενε να δω εάν έχω άλλα λεφτά στο πορτοφόλι" και έψαχνε το πορτοφόλι της όσο εγώ κοιτούσα τη βιτρίνα και ζούσα το παραμύθι μου, στον δικό μου μαγικό παιδικό κόσμο.

Την επόμενη φορά σταματούσαμε στη βιτρίνα και μου έλεγε "Μισό λεπτό να δω εάν έχω τις καρφίτσες, νομίζω τις πλήρωσα αλλά δεν της πήρα τις ξέχασα στο ταμείο" και εγώ πετούσα στους εφτά ουρανούς, διότι κέρδιζα χρόνο για το παραμύθι μου.

Στην τρίτη βιτρίνα μου είπε "Κοριτσάκι μου μισό λεπτό να δω τη λίστα με τα ψώνια μήπως ξεχάσαμε κάτι" και εγώ βρισκόμουν πάλι στον μικρό μου κόσμο και αυτό με έκανε ευτυχισμένη αν και ήξερα ότι αυτά τα παιχνίδια τα παιδικά μου χεράκια δεν θα τα άγγιζαν ποτέ.

Συγκινούμαι τώρα που γράφω το κείμενο αυτό γιατί σκέφτομαι πόσο πιο εύκολο και πιο γρήγορο θα ήταν για εκείνη να πηγαίνει μόνη της για όλα αυτά. Εκείνη όμως με έπαιρνε πάντα ή σχεδόν πάντα μαζί της. Εκεί στην πόρτα του σπιτιού, προσεχτικά έβαζε τις τελευταίες πινελιές, πρόσεχε εάν το σκουφάκι μου κάλυπτε τα αυτάκια μου, εάν το κασκόλ μου ήταν σωστά περασμένο στο λαιμό μου κι αν το παντελόνι μου ήταν περασμένο μέσα από τις μπότες μου για να μην γίνει μούσκεμα. Κι όταν όλα ήταν μαμαδίστικα άψογα, έπαιρνα τη ροζ ομπρέλα μου με τα φρου φρου γύρω γύρω και βγαίναμε έξω.

24898970 10209568737606374 1873696013 nΚαι εκείνη τη χρονιά που δεν θυμάμαι ποια ήταν ακριβώς, πήγαμε βόλτα οι δυο μας μόνο και μόνο για να δούμε βιτρίνες. Σταθήκαμε αρκετά και μιλούσαμε για αυτά που βλέπαμε. Με είχε συνεπάρει το καθιστικό της Bibibo! Τιμή δεν θυμάμαι αλλά ήταν ακριβό, όλα αυτά ήταν ακριβά.

Για λίγες μέρες μετά στο σπίτι συνεχώς μιλούσαμε για τα παιχνίδια που είχαμε δει και κυρίως για αυτό το καθιστικό γιατί αυτό ήταν το αγαπημένο μου. Συνεχώς για αυτό μιλούσα. Τότε δεν είχα καταλάβει....τι διαφορετικό είχε εκείνη η βόλτα μας. Την Πρωτοχρονιά όμως όταν άνοιξα το δώρο μου και το είδα μπροστά μου κόντεψε η παιδική μου καρδιά να πετάξει από τη χαρά μου. Ζούσα το παραμύθι μου, ήταν πραγματικότητα. Άγγιζα αυτό που λαχταρούσα σαν παιδάκι και που μόλις πριν λίγες μέρες έβλεπα στη βιτρίνα και δεν μπορούσα να φανταστώ ότι κάποια στιγμή θα γινόταν δικό μου. Δεν περιγράφεται με λόγια το πως ένιωσα τότε. Φανταστείτε ότι ακόμα το θυμάμαι.

Ήταν το δικό μου θαύμα των γιορτών των παιδικών μου χρόνων. Ακολούθησαν κι άλλα. Και αργότερα, ως ενήλικη, όταν βάδισα στον δρόμο της υπογονιμότητας λαχταρούσα ένα διαφορετικό θαύμα που δυστυχώς ποτέ δεν έγινε πραγματικότητα. Έμεινε «άυλο». Τα χέρια μου δεν το άγγιξαν ποτέ αλλά η καρδιά μου το λαχταρούσε, το ποθούσε....φαίνεται ότι στην ενήλικη ζωή δεν υπάρχουν νεράιδες και βασίλισσες με μαγικά ραβδιά και λευκά χρυσοκέντητα φορέματα.(Μια παρένθεση ήταν τώρα αυτό...)

Μου λείπουν αυτές οι βόλτες με τη μαμά μου. Εύχομαι αν ο καιρός το επιτρέπει αλλά και η υγεία της, τώρα στις γιορτές, εκεί στα Τρίκαλα που θα πάω, να κάνουμε έστω και μια μικρή βόλτα οι δυο μας.....και είμαι σίγουρη ότι πάλι στην πόρτα θα σταθεί να δει να είμαι καλά ντυμένη για να μην κρυώσω, γιατί όπως λέει έχω ξεσυνηθίσει το κλίμα των Τρικάλων.

Και θα προσπαθήσω από όλα αυτά που θα δούμε να καταλάβω τι είναι αυτό που της αρέσει για να της το κάνω δώρο για τις γιορτές, γιατί θέλω να τη βλέπω ευτυχισμένη και χαρούμενη.

[Κάντε Like στη σελίδα μας στο Facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα]

Μ.Αναγνωστοπούλου

Γεννήθηκε σε μια πανέμορφη επαρχιακή πόλη.
Πάντα ήθελε να φύγει και να μείνει στην πρωτεύουσα, τα όνειρά της δεν χωρούσαν στην μικρή πόλη!
Περισσότερα

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Ανοιχτό Σχολείο Γονέων

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

επιστροφή στην κορυφή

Newsletter

Αν θέλετε να λαμβάνετε το newsletter μας κάθε εβδομάδα με νέα και προτάσεις